Σελίδες

Μύνημα προς του επισκέπτες του Ιστολογίου Φίλοι και επισκέπτες αυτού του Ιστολογίου. Εδώ μπορείτε να ακούσετε μελοποιημένη ποίηση μου. Έμμετρα κυρίως ποιήματα που είδαν το φως της «δημοσιότητας» μέσα από τις ποιητικές μου συλλογές που κατά καιρούς έχουν εκδοθεί. (εάν σας ενδιαφέρουν μπορείτε να τις αναζητήσετε στο διαδίκτυο). Επίσης μπορείτε να ακούσετε στίχους μου, που έγιναν τραγούδα με την βοήθεια της τεχνητής νοημοσύνης (ΑΙ). Ο λόγος που επέλεξα κάποια «εταιρεία» τεχνητής νοημοσύνης (ΑΙ) να «ντύσει» με μουσική στίχους μου, είναι το υψηλό κόστος μιας τέτοιας δημιουργίας. Η αλήθεια είναι ότι απέστειλα πολλές φορές σε κάποιους συνθέτες, τραγουδοποιούς, απλούς τραγουδιστές, τόσο στην Ελλάδα, όσο και στην Κύπρο, ποιήματά μου και στίχους που δυστυχώς δεν επιλέχτηκαν. Τους λόγους τους γνωρίζουν οι ίδιοι, το πιθανότερο δεν τους …άρεσαν. Όπως και να έχει η προσπάθειά μου αυτή έχει να κάνει μόνο με την προσωπική μου ευχαρίστηση, ικανοποίησης και όχι με κερδοσκοπικούς σκοπούς. Εάν για κάποιο λόγο τα ακούσματα δεν σας αρέσουν απλώς σας παρακαλώ, προσπεράστε τα. Σας ευχαριστώ. Δημήτριος Γκόγκας

Παρασκευή 19 Ιουνίου 2026

ΠΟΡΝΗ / ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΓΚΟΓΚΑΣ

 



Το σώμα σου είναι μπαξές, είναι περβόλι
δεκάδες λούλουδα μαραίνονται κι ανθούν
υπεργολάβοι, οικοδόμοι και μαστόροι
κόβουν λουλούδια και ύστερα, κρυφά πετούν.
 
Το σώμα σου είναι πηγή που ξεδιψάνε
στόματα λύκων, ψυχές αγέλες που τριγυρνούν,
βράδια αγέρικα, σ΄ άπλυτους δρόμους που τους ρωτάνε
που μένεις μόνη, να ρθουν με νύχια να σου ριχτούν.
 
Κάτι κρινάκια, που στο περβάζι μοσχοβολάνε
κόβεις. Και βάζεις στο κεφάλι, σιωπηλά
ένα στεφάνι, που τ΄  αγκάθια δεν τρυπάνε.
Τριανταφυλλάκια που ματώνουν την καρδιά.
 

Σ΄ αυτό το σώμα που του λείπουνε τα χέρια,
σ΄ αυτό το σώμα που ο χρόνος είν΄ λειψός,
προστάτες χτίστες ακονίζουνε μαχαίρια
και μία χούφτα απ΄ τον φεγγίτη ο ουρανός.
 

Κυριακή 14 Ιουνίου 2026

ΤΙ ΟΜΟΡΦΗ ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ Η ΖΩΗ / ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΓΚΟΓΚΑΣ

 https://suno.com/s/7QijJpeB3yVDBvyd


Τι όμορφη που είναι η ζωή,
όταν γελάμε και κλαίμε,
υψώνουμε ποτήρια με μπρούσκο κρασί,
« εις την υγεία σας» λέμε...
 
Μα κάποιοι υποφέρουν και στέκονται εκεί,
στις πίσω σελίδες,
σαν υπερθέαμα που γεννά
τις άδειες κερκίδες...

Σάββατο 13 Ιουνίου 2026

…Μ΄ ΑΓΑΠΑΣ;

 https://suno.com/song/25ee4214-2382-4bb2-9080-1fd60208edba



 

Στον τοίχο το κάδρο, ένα δάκτυλο σκόνη.
Το ρολόι κοιτάζεις, στη σιωπή σου μιλάς.
Καλαμιές που καπνίζουν οι καιόμενοι πόνοι.
Κάπως ψελλίζεις
πως …μ΄ αγαπάς.
 
« Μη φύγεις» μου γνέφεις. Οι δρόμοι αλλάζουν
χωρίς τις στροφές. Στο τιμόνι κολλάς.
Στον ώμο που γέρνεις δυο δάκρυα στάζουν,
μέσα στη θλίψη,
ρωτάς «μ΄ αγαπάς;»
 
Βαριές οι ανάσες αχνίζουν στο κρύο.
Το λάθος στο χρόνο δε μαρτυράς.
Πικρό στο λαρύγγι το στερνό σου αντίο,
τι κι αν φωνάζεις
πως μ΄ αγαπάς.
 
Φυσά και γεμίσανε τα μονοπάτια,
κίτρινα φύλλα. Αλωνάρης βοριάς
σου κλείνει τα βλέφαρα. Πονάνε τα μάτια.
Και συ ζώντας όνειρο,
με αγαπάς;

Κάντε τη μέρα μιαν αρχή /ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΓΚΟΓΚΑΣ

 https://suno.com/s/VVP5cpsYaHQDk1Ym



Σα σκοτωθεί ένα παιδί 
 Πεθαίνει μια ελπίδα 
Για αυτό ποτέ σα γεννηθεί 
 Μη δίνετε λεπίδα

Κάντε τη μέρα μιαν αρχή Με βέλος την ειρήνη Γιατί σε τούτη τη ζωή Καθείς ειν' ότι δίνει! Κάντε τη μέρα μιαν αρχή Με βέλος την ειρήνη Γιατί σε τούτη τη ζωή Καθεις ειν' ότι αφήνει!

Κυριακή 7 Ιουνίου 2026

Στην Κυπρια Μάννα / Δημήτριος Γκόγκας

Οι γυναίκες που αγκάλιαζαν κολόνες/ Δημήτριος Γκόγκας


Πάλι / ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΓΚΟΓΚΑΣ

https://suno.com/song/12248517-8c4e-4072-b810-a8e54f8e555c


Πάλι,
κι αν είναι Κυριακή το πλοίο έχει δέσει
σε μια γωνιά του λιμανιού.
Μα δεν θα περιμένει
εμένα. Και το ξέρουνε πως τούτο θα πονέσει.
Είναι μου λένε σκηνή,
από ζωή χαμένη.

Πάλι,
θ΄ ακούσω ανόητες κι αστείες ιστορίες
και θα κουνώ την κεφαλή
πως τάχα τις κατέχω.
Με πιάνει μια αποστροφή, σαν νάναι αλλεργίες
πως με κατάφερε η ζωή,
κανέναν μην αντέχω.

Πάλι,
σκιά θ΄ αναζητώ για να κρυφτώ από πίσω,
λέω να μην την κουβαλώ,
είναι μεγάλο βάρος,
την επομένη Κυριακή λέω να την αφήσω
σε μια απόμερη αμμουδιά,
για να την πάρει ο χάρος.

Κι όταν γυρίζουμε την γη /ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΓΚΟΓΚΑΣ

 

https://suno.com/song/9b108117-0919-4739-bce1-be90aa205b6d




Πίσω από τα χαλάσματα
που οι ποιητές κοιμούνται,
βασιλικοί ανθίζουνε
αυτά που καταριούνται.

Εκεί κι οι πέτρες που πετάς
αραδιασμένοι στίχοι,
πηλός, αλάτι και νερό
και χτίζεται ένα σπίτι.

Κι όταν πατούνε παν στη γη
ένα παιδί γεννιέται
κι η μαύρη πέτρα η στερνή
στην θάλασσα πετιέται.

Κι όταν γυρίζουνε αγκαλιά
με σταυρωτά τα χέρια,
από τα ξέπλεκα μαλλιά
πετούν τα περιστέρια.

Και ανταμώνουνε στην γη
οι ευχές που είχαν κάνει,
όλου του κόσμου οι ναυαγοί
που η ζωή τους χάνει.

Μέσα σ΄ αυτούς είσαι και συ
στην πλώρη και στην πρύμνη,
στο τέλος μα και στην αρχή
σε ποταμό και  λίμνη.

Κι έτσι αρχίζουνε ξανά
οι κύκλοι στην ζωή μας,
πότε αγγίζουν την καρδιά
κι άλλοτε την ψυχή μας.

Κι οι πόνοι φτερουγίζουνε
και παίρνουν άλλο χρώμα,
γιατί οι χαρές κοστίζουνε
και σου τρυπούν το σώμα.

Μα εκεί στο βάθος τ΄ ουρανού
είμαι και περιμένω,
στην άκρια ενός γκρεμού
να σ΄ αγκαλιάσω μένω.

Στο πέλαγος των Αρμαθιών * / ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΓΚΟΓΚΑΣ

https://suno.com/song/a798f053-3328-47cd-9319-676da6098bd4


Το πέλαγος των Αρμαθιών
χαράζει η ψυχή μου,
τα μαύρα ματοτσίνορα
η αστραπο- βροντή μου.
 
Ει σεις γλάροι της θάλασσας,
πουλάκια της αλμύρας,
σωπάστε καθώς χάνομαι
στο λάλημα της λύρας.

Κυματοθραύστης πετρωτός
κρατεί τα κύματά της,
μην μου ραγίσουν το πουρνό

μπλεχτώ στα νήματά της.

Παρέα με βαρύ γλυκό
στο γεια του κόσμου όλου,
κρεμάμενος σ’  ένα σταυρό
ακίδα ενός μόλου.

Παρέα με βαρύ γλυκό
στο γεια του κόσμου όλου,
κρεμάμενος σ’  ένα σταυρό
ακίδα ενός μόλου.


Πίσω απ΄ τις βουνοκορφές /ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΓΚΟΓΚΑΣ

 https://suno.com/song/32976f71-198e-4e7b-918f-a92ea7a1ea6c


Πίσω απ΄ τις βουνοκορφές,
της Κάσου λένε κοιμάται
κάποια νεράιδα ξωτικό,
κανείς πια δεν θυμάται.

Πάνε με στάμνες πήλινες
κανάτια στολισμένα,
στο έρμο ξεροπήγαδο
για μυστικά θαμμένα.

Πήγα και γω ο καψερός
να πιω νερό να γιάνω,
μα σαν φαρμάκι ήτανε
και είπα θα πεθάνω.

Τότε απ΄ της Άγιας Κυριακής*
τα απάτητα δρομάκια,
λάμψαν στους βράχους μπαλωθιές
άστρα σαν στρατιωτάκια.

Και που να βρω την λύση μου,
δεσμός είν΄ το φευγιό μου
«κάτσε και γίνε διάκονος»
λέει το ξωτικό μου.

«Κάτσε να πιεις γλυκό κρασί
επάνω στο μητάτο»*
«Θέλω ελεύθερη ζωή
το Φρυ* σε ένα  πιάτο»



Αυτό το Σάββατο στο Φρυ / ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΓΚΟΓΚΑΣ

 https://suno.com/song/891e3a64-d376-4d42-9890-d6305e18156d



Υγρό το Σάββατο στο Φρυ.
Κάποιος δεν τραγουδάει,
κάποιον κρατούνε όμηρο,
μα δεν το μολογάει.

Βαρκούλες που γυρίζετε,
με δίχτυα φορτωμένες,
κάπου σιμά στην Αρμαθιά
αφήστε τους αγέρες.
 

Κείνου μην του χρεώνετε,
το γέλιο που σκορπίζει,
όλα εκείνα που λογά
γιατί τον βασανίζει,

μια φτερωτή μέσα στο νου,
μια σκοτεινή τ΄ ανέμου,
σκληρός χρησμός ενός τρελού,
θεού ηλιοκαμένου.

Αυτό το Σάββατο στο Φρυ
σκόνη μες στο λιμάνι,
χάνεται ο γλάρος στην βουτιά
και το γλαυκό τον φτάνει.

Παραγγελιές στον όμηρο,
τραγούδι που δεν λέει,
απ΄ τον Σκυλά* το δάκρυ του,
ορμητικό, να ρέει.


ΑΙΩΝΙΑ ΠΟΛΗ ΚΟΙΜΩΜΕΝΗ, ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΣ ΒΑΣΙΛΕΥΟΥΣΑ / ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΓΚΟΓΚΑΣ

 https://suno.com/s/SqVDHhyX9PuxlsB2


 


 
                             
Ελάχιστο χρόνο μετά τον θρήνο των ανθρώπων
και τον άδικο ξεριζωμό απ΄ τα κοκκινοχώματα
συνάχθηκαν οι ασώματοι, σαν σε κρυφό σχολειό
να πενθήσουν των άλλων τις ψυχές,
που τις είπανε αγνοούμενους στα ενωμένα σημεία των εθνών,
τους ονομάσανε πρόσφυγες
και στις έννομες πράξειςκαι τα συγχωροχάρτια εκτοπισμένους.
Στον ίδιο τους τον έρημο τόπο.
Τέτοια πράματα, τέτοιες λογής του μέτρου αποκοτιές.
 
Και σένα χωμένη βαθιά στην άμμο,  σε βαφτίσανε κοιμώμενη, αιώνια πόλη.
Πλην εμού, ναι πλην εμένα, εξοστράκισέ με,  που δεν σε γνώρισα.
Δεν σε αναγνώρισα, τόσο ξακουστή που ήσουν!
«Οι συγκυρίες της άθλιας ζωής» ψιθύρισα.
Ξένος εστί, εν τη Κύπρο ξένος!
 
Και τότε, πριν ακουστεί το λάλημα τρις,
φανήκαν από τα πάνω διαζώματα του κάστρου,
οι βασιλείς και οι αρχιτέκτονες,
οι κυβερνήτες και οι περισπούδαστοι της αυλής.
Ο Ονήσιλος, οι Πτολεμαίοι, η Αρσινόη, ο Τεύκρος και η Θεοδώρα.
Κι άνοιξαν το μαινόμενο κιτάπι της ιστορίας,            
να δούνε στους χρόνους της σιωπής,         
γραμμένη την πόλη και στον μέλλοντα και στον εξακολουθητικό,
όπου η σκουριά και η εγκατάλειψη θα είχαν τον πρώτο λόγο.
Ξωπίσω,
ο Χριστόφορος Μόρος και το αιματοβαμμένο σκήνωμα του Μάρκου Αντωνίου,
κρατώντας τις κούφιες συμφωνίες σφικτά στις νεκρές του παλάμες.
Και δεν βρήκανε αποδείξεις  και υπογραφές
και αγαλλίασε το πνεύμα και το σώμα αναθάρρησε,
στις νεκρές ώρες και τις άλαλες μέρες των ασήμαντων.
Και ύψωσαν τα χέρια στον γλαυκό ουρανό
και ένωσαν αδελφικά τους δείκτες ως τον πικρό παράδεισο.
 
Κι ήταν πολλοί, ως οι κόκκοι της ακροθαλασσιάς
κι έβρεχε κίβδηλα κι αληθινά δάκρυα, που σχημάτισαν δυο ποταμούς,
πλημμύρισαν το πλήθος της πόλης κι έλιωσαν την.
Κι ήρθαν από τον βορρά και από τα παράλια της άλλης πατρίδας
τόσοι πολλοί που ύψωσαν συρματοπλέγματα και τείχη,
κολόνες και φράκτες, σίδερα κι άλλες λογής ανθρώπινες δουλείες.
Και γίνηκαν άδεια τα σπίτια, κενοί οι δρόμοι,
αφημένες αναμνήσεις στους τοίχους,
πορτραίτα συναισθημάτων αιωρούμενα,
παραθύρια κλειστά, γαντζωμένες μορφές στις κουρτίνες,
τρίμματα φωτογραφιών, θρυμματισμένες καρδιές
και χρόνιους επισκέπτες τα φίδια και τα ερπετά
και θλιβερούς ημισελήνους.
 
Αφέθηκαν ακυοφόρητες οι πορτοκαλιές,
αγέννητες οι λεμονιές
και η άμμος να χρυσίζει όσο ποτέ άλλοτε.
 
Κούρνιασαν τα ηλιοβασιλέματα πίσω από τις εκκλησιές,
οι συνειδήσεις έτειναν προς τη λήθη,
στάχτη οι αλήθειες, μαρμάρωσε το σήμερα και το μέλλον στα σχολειά,
κι ανέγγιχτο ήδη προκαταβλήθηκε ως παρελθόν.
Σφουγγάρια γινήκαν οι ακρογιαλιές της.
 
Κι έμεινε μισό αιώνα,
κι ήταν ως μεγάλος αιώνας στη μικρότητα του κόσμου,
στέρεα η καρδιά και άτεγκτοι οι πνεύμονες.
Τι να έγινε η ρώμη εκείνων των ανδρών
και των αμούστακων αγοριών του Ευαγόρα;
Μήπως σκιές αζήτητες  στα παζάρια των λαών,
αναφωνώντας μοναχά ένα μαρτυρικό τετέλεσται;
 
Αμμόχωστος: Μην αδικείς τον κόσμο, καθώς σε αδίκησε.
Δεν έμαθε ποτέ του κόρη μου, τι κακό σου έκαμε!
Και σου οφείλει τον νόστο για συγχώρεση!

Σάββατο 6 Ιουνίου 2026

Κάποιες στιγμές /ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΓΚΟΓΚΑΣ

 https://suno.com/song/037872f9-c4b7-4c83-a9c9-51f746e1f33c



(verse 1) Κάποιες στιγμές που χάνονται μαζί μας βαθιά στην κοιμισμένη γη. Σκορπίζονται όπως η ψυχή μας, σαν στάχτη ενός άδοξου ποιητή. (chorus) Νομίζω πως μιλούν με τα έγκατα μας και με των δένδρων τα ριζώματα. Ανθούνε σαν καρποί, μες στ΄ αίματά μας του φθινοπώρου τα φυλλώματα. (verse 2) Την πλάτη μας χτυπούνε κι αντηχούνε τα γέλια παν΄ στων τάφων την σιγή και φτάνουν στις καρδιές όσων πονούνε γιατί έχουν γίνει βράχοι μοναχοί.

Ο Γιάννης ο μπεκρής

 

https://suno.com/song/909fb950-437d-4be2-b371-8be9925ffe82


Ο Γιάννης ο μπεκρής

παιχνίδι μιας μαμής κι ενός καραβοκύρη, δεν είχε στη ζωή μια τρύπα να κρυφτεί και πέτρα για να γύρει. Λιωμένος στο ποτό μέσα στο τσακωμό τον σκέπαζε η νύχτα. Φίλος του βασιλιά, της ντάμας, του παπά, με μία χαρτορίχτρα. Παντρεύτηκε το δυο Χιλιάδες και οκτώ, κάπου στη Σαλονίκη. Πήρε μια παστρικιά δεν έκανε παιδιά και του στησαν μια δίκη. Για να ΄χει μια σοδειά, τα σκέλια ανοικτά τσιμπούσαν την ψυχή της. Κι εκείνη η χολή έσταζε σαν κερί κι έκαψε τη μορφή της. Μ΄ αυτός χωρίς μηλιά Βουτούσε στα βαθειά στου ποτηριού τον πάτο. Κι εκεί στη σιγαλιά μετρούσε η καρδιά να πάει παρακάτω. Έπλεξε μια θηλειά σ΄ ενός γκρεμού μεριά κι άφησε το κορμί του. Του Γιάννη του Μπεκρή σε τούτη τη στροφή διαγράφω τη ζωή του.

Στην Κύπρια Μάννα / ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΓΚΟΓΚΑΣ

 https://suno.com/song/72088570-a5d4-4752-a681-def31f871e62



Μάννα μου λύπη, μην κλαις και κλαίω, τα καλοκαίρια συγνώμες και καίω, τις μέριμνες μνήμες που χάθηκαν κει, παιδομάνι εικόνες από μεσημέρια λιόχαροι άνδρες, γυναίκες, στον κάμπο πανέρια ακάματη, ακοίμητη γη Μάννα μην κλαις θα λυγίσω δος μου εργάτη τον σπόρο να ζήσω ελεύθερος στην επώαση της Μεσαριάς εραστής στα περιβόλια, που ανθίσανε μάννα ο Ανδρέας, ο Ευαγόρας, η Άννα κάθισαν σαράκι σε μια γωνιά της καρδιάς Μάννα μην κλαις όσο τρέχουν λάγνα νερά, σαρκοφαγίες, χρόνοι αντέχουν Κερύνεια, Αμμόχωστος, Μόρφου, Βαρώσι αλλάζουν, λειψοί χειμώνες, Φθινόπωρα φτάνουν την Άνοιξη πρόσφυγα γεννούν και νιόπαιδα πιάνουν. Τι όμορφος πούνε ο φευγάτος παππούς στο καρότσι! Μάννα πηγή, μην κλαις δεν θέλω να φύγεις διαθήκη από πρόσφορες μνήμες στον κόσμο ν΄ ανοίγεις τι να μου αφήσεις; τον πέτρινο φούρνο, τις υποπόδιες στάχτες, τις λεμονιές τις λαξευτές αναλύσεις, τις αόρατες λύσεις, τις λησμονιές Μάννα μου κλάψε πριν δύσεις

song for Cyprus /Dimitrios gogas

 https://suno.com/song/d796eac1-7fb3-44da-9917-f8473e1ada73



(VERSE 1) From the south our voice comes out, like a cry to our beautiful island. They have poisoned it on the sandy beaches. On the twentieth of July this year, the slaves will sing of freedom, which the tyrant has locked up deep. (VERSE 2) On the rock of Rome, Aphrodite, spreads a net over her hair, to mourn her missing ones. And the dragoons break the jugs, roll down to the sea from their eyes, tears that she had left in the plain. (CHORUS) My swallow, if you want to fly, change your black coat. Because he has trapped you wet and the god you see will be angry and you will be wounded for life. (VERSE 3) From the nest that is always decorated, to a homeland that is wounded, fly and sing as before. Of your history of betrayal, of refuge, now, bloodied, light the lights of your ancestors. (VERSE 4) Two doves have flown, one of rags, the other of silk, into the vast calm of the sea They are looking for grain to satisfy their hunger, they believe in begging if they linger, they will remain faithful to History. (CHORUS) My swallow, if you want to fly, change your black coat. Because it has trapped you wet and the god you see will be angry and you will be wounded for life. (VERSE 5) But oblivion is deceitful and cunning, it lurks with whispers on the shoulders and prosperity rots the foundations In the churches of the island the chanters, the drunkards and suspicious rascals, slowly burn the sayings in the gospels. (CHORUS) My swallow, if you want to fly, change your black coat. Because it has trapped you wet and the god you see will be angry and you will be wounded for life.

Κάσος /ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΓΚΟΓΚΑΣ

 https://suno.com/song/b16fc395-e7e4-430f-b517-be89f8c5f5f6



Ο ήλιος ξαποσταίνει μες στο δειλινό,
της Κάσου αγναντεύει το βασίλειο.
 
Πίσω απ΄το Φρυ  και μέσα   στα βουνά,
στην αγκαλιά χορεύει ενός θεού Σκυλά.
 
Ξεπηδούν γοργόνες μέσα από τα νερά,
ψάχνουνε να βρούνε των Κασίων τα παιδιά.
 
-Που είστε,
που είστε,
που είστε βρε παιδιά;
-Μέσα στις λέξεις της ζωής , στα αστραπόβροντα.
 
-Ναι είμαστε εδώ,
είμαστε εδώ,
είμαστε εδώ.
 
-Πάνω στις χιονισμένες μας κορφές
στις ανθοστόλιστες μας εκκλησιές
στις δροσερές πηγές, στα αλμυρά νερά
γεύοντας σιτάκα, δρίλα κι ΄  αλευρά.
 
-Φίλε,  απ΄ των αιώνων τις γραφές
των Κασιωτών  πλάθονται οι ψυχές
και σαν τ΄  αστέρια τ΄ ουρανού,  φεγγοβολούν
μάνες , ηρώων παίδων, αγρυπνούν.
 
-Που είστε ,
Που είστε,
Που είστε βρε παιδιά ;
-Μέσα στο ροΰκιο της ζωής , στα μαύρα δάκρυα.
Στην Αγιά Μαρίνα, πάνω στα βουνά
στις εκκλησιές και στ΄ αγιοκλήματα
 
-Στο Αρβανιτοχώρι, στο Φρυ στην Παναγιά
στον όρμο της Χελάτρου που βγαίνουν ξωτικά,
μια μυρωδιά τριγύρω από δρακοντιά,
Χειμώνα ευωδιάζουν μαρτολούλουδα.
 
-Κάσος , πατρίδα όλων των ακριτών,
των δοξασμένων άγρυπνων φρουρών.
Πού θε να σκύψω να προσευχηθώ
πως με της γης τα κρίνα να αρμαθιαστώ.   

 

 


Στον Αι Γιώργη στις Χαδιές / ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΓΚΟΓΚΑΣ

 https://suno.com/song/fb3eea57-d4f6-4562-9213-6728237eeae1



Στον Αι Γιώργη στις Χαδιές*
χορεύανε οι κοπελιές
και βγήκαν τα μαχαίρια.
Σηκώθηκαν και δέκα νιοι
όπως ο ήλιος την αυγή
και πιάστηκαν στα χέρια.

Για το χατίρι μιας κυράς
μιας πέτρινης σκληρής καρδιάς
της μοναξιάς τα λόγια.
φέραν΄ φεγγάρι στην αυλή
κι ένα συρμάτινο σχοινί
χορεύανε τα βόλια.

Κι όταν του δράκου η θωριά
με φλόγιστρα κι αρματωσιά
λάβωσε την κόρη,
μπροστά του στάθηκε ευθύς
στην παραζάλη της γιορτής
ένα μικρό αγόρι.

Και μια και δυο και τρεις φορές
μαζί με δέκα χορευτές
τον δράκοντα σκοτώσαν.
Και στην Κασιώτισσα κυρά
που χάρισε δέκα φιλιά
χορό αφιερώσαν.


Για μια Πατρίδα /ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΓΚΟΓΚΑΣ

 https://suno.com/song/8ec5e765-cb92-451f-9548-fb0bc3059293



Για μια Πατρίδα, τον αέρα αγκαλιάζω στον ουρανό της τραγουδάνε τα πουλιά. Μέσα στον πόνο της καρδιάς, αργά βουλιάζω για να ξανά βρω, στην αυλή μου μια γωνιά. Να κλείσω μέσα, ότι αγαπούσα. Κι ότι αγάπησα πολύ, ψηλά να τα κρατούσα. Κι ο λογισμός μου απ΄ τα ξένα Αχ να ξεβράσει της ζωής, τα ξεχασμένα. Για μια πατρίδα, το ψωμί λιώνει στο στόμα. Αγέρας, γη και νερό γίνονται σώμα. Φύλλο που τρέμει στις βολές ενός ανέμου. Σφαίρα χαμένη σε μια μάχη ενός πολέμου. Μες στη ζωή μου, ότι αγαπούσα για ότι νοστάλγησα ξανά και πάλι να διψούσα. Κι απ΄ τις πληγές μου πάντα θα βγαίνει Ένα παράπονο πικρό, από ψυχή κλεμμένη. Τώρα στον κάμπο, ένα λούλουδο ανθίζει. Πετώ το όπλο και την χλαίνη καταγής. Αυτή η λάβρα που με καίει ξαναρχίζει, να κάνει στάχτη τα συντρίμμια της οργής. Για μια πατρίδα, η σάρκα λιώνει κι η Άνοιξη που ένιωσα στα στήθη μου παγώνει. Θα γίνω αέρας, νερό και χώμα. Και μια πατρίδα μέσα μου… Θα χτίσω ακόμα!

Ονείρατα στην Κάσο / ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΓΚΟΓΚΑΣ

 https://suno.com/song/c42eca5d-d478-4463-80bf-92aef8002591


Έβρεχε ψιλή βροχή
στην Άγια Κυριακή*
όταν έδενε βαπόρι
στ΄ Αρβανιτοχώρι*.
χμ

Και στο Πόλι* είπαν τα παιδιά,
άραξαν καΐκια στην πλαγιά
και στης Χέλατρου* την αμμουδιά,
χόρευαν δελφίνια σταυρωτά.
χμ

Μες στο Φρυ* θεάθηκαν αργά,
ένας βασιλιάς, μια παπαδιά.
Στου Εμπορειού* την έρημη ακτή
έπαιζαν νεράιδες την αυγή.
χμ

Τσακιστές ακτές να κι η Μυρτώ*,
στις σπηλιές του Πρίωνα*  ν΄ αφανιστώ.
Μνήμες και ονειρέματα μαζί
στο μικρό αθάνατο  νησί.


* Κοινότητες, περιοχές της Κάσου 

Ήλιε πως χάθηκες / ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΓΚΟΓΚΑΣ

 https://suno.com/song/de857bf5-2756-4cc8-b50a-2f3b449c6048



Ήλιε πως χάθηκες, μου το είπανε πως χάθηκες και δεν γυρίζεις πίσω και γω που τους πίστεψα ψέμα κι αν ήταν πίστεψα και σαν κλαδί λυγίζω. Ήλιε πως χάθηκες, μου είπαν πως κουράστηκες, να φέγγεις τους ανθρώπους στη Κάσο ξενιτεύτηκες, εκεί που ονειρεύτηκες να βρεις ήρεμους τόπους. Ήλιε πως άντεξες, να με αφήσεις άντεξες στην Άχνη* και να φύγεις για μια στιγμούλα μύρισε τον κόσμο. Πίσω γύρισε, στον ώμο μου να γείρεις, στο αλμυρό το δάκρυ μου, βαθειά μέσα στο μάτι μου, μια ελπίδα να μου σπείρεις. στο μικρό αθάνατο νησί.


* Άχνη: Μια από τις ονομασίες της Κάσου

Στο μονοπάτι των Αλυκών / ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΓΚΟΓΚΑΣ

https://suno.com/song/2e565b98-d294-495b-a026-24ececdddc3c


Στο μονοπάτι των Αλυκών είναι γραμμένο, το παραμύθι των θεών. Το πεπρωμένο! Κάπου εκεί ανάμεσα, στα αρμυρίκια. Στην αμμουδιά του αλατιού και στα χαλίκια.
Ως το Χαλά Σουλτάν, το βλέμμα φτάνει. Κι Αφροδίτη μυστικά το δρόμο χάνει. Γιατί εκεί στα σιωπηλά στο μονοπάτι. Βγαίνουν κρυφά τα ξωτικά κι ακόμα κάτι! Σ' αυτό λοιπόν το μονοπάτι των ανέμων, των έρημων ανθρώπων, των θλιμμένων. Ζούνε ψυχές, χτυπούν καρδιές, δάκρυα τρέχουν. Γιατί τον κόσμο αυτόν, δεν τον αντέχουν.
Στο μονοπάτι των Αλυκών, κατά το βράδυ. Η θάλασσα κι ο ουρανός είναι αλφάδι. Οι μυρωδιές απ' τα νερά σκορπάνε γύρω. Και γω στον ώμο του Θεού θέλω να γύρω.
Στο μονοπάτι των Αλυκών νέοι χαθήκαν. Όσοι τον πόθο της θεάς αφουγκραστήκαν. Όσοι θελήσανε Θεοί να γίνουν. Με την θεά στις αμμουδιές νέκταρ να πίνουν. Σ' αυτό λοιπόν το μονοπάτι των ανέμων, των έρημων ανθρώπων, των θλιμμένων. Ζούνε ψυχές, χτυπούν καρδιές, δάκρυα τρέχουν. Γιατί τον κόσμο αυτόν, δεν τον αντέχουν.

ΠΟΡΝΗ / ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΓΚΟΓΚΑΣ

  Το σώμα σου είναι μπαξές, είναι περβόλι δεκάδες λούλουδα μαραίνονται κι ανθούν υπεργολάβοι, οικοδόμοι και μαστόροι κόβουν λουλούδια κα...