Όσο θυμάμαι το χωριό,
θα λέω για τον Δημητρό
και τον Αντώνη.
Για του Δεκέμβρη την δροσιά
της μάνας μου την αγκαλιά
που δεν παγώνει.
Σε μια αυλή από πηλό,
είχαν στην στέγη
είχαν στην στέγη πελαργό
και χελιδόνια.
Που ξενιτεύονταν θαρρώ
με της βροχής τον ερχομό
τα πρώτα χιόνια.
Κάθε πρωί, πριν το σχολειό
από το χέρι με κρατούσε
ο παππούς μου.
Και με ταξίδευε μακριά
μ΄ ένα μπισκότο λιχουδιά
θυμάται ο νους μου.
Ζεύει τα ζώα ο Δημητρός
«άσε γυναίκα ο αγρός
γεννά χορτάρι,
από τα βάσανα εγώ
δεν θα γλυτώσω, κι αν
ο χάροντας με πάρει»
ο χάροντας με πάρει»
Μες στο τσεμπέρι τ΄ αργυρά
στην υφασμάτινη ποδιά
το χαρτζιλίκι.
Βόλοι, κρυφτό και γλυτωμό
και ένας ήχος ξύλινος
απ' το τσιλίκι.
Και απ΄ των συννέφων την δροσιά
σαν από κάδρου ζωγραφιά
πάνω σε άτι,
μ΄ άσπρα φτερά ο Αντωνιός
και ο παππούς ο Δημητρός
σ΄ ένα παλάτι.
Στο χωριό, στο χωριό
δεν παγώνει η καρδιά
Στο χωριό, στο χωριό
με κρατάνε τα παλιά
Ο Δημητρός, ο Αντώνης
κι ο παππούς μου
Σ’ ένα παλάτι
με φτερά και με χώμα

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Φίλοι και επισκέπτες αυτού του Ιστολογίου, σας παρουσιάζω μελοποιημένη ποίησή μου με την βοήθεια της τεχνητής νοημοσύνης.